Tuesday, September 3, 2013

Time present and time past.-


Time present and time past
Are both perhaps present in time future
And time future contained in time past.
If all time is eternally present
All time is unredeemable


Σε μια ηλικία πια, που ξέρω καλά πως είναι δύσκολο πολύ από αγάπη να χαθείς κι όμως ακόμα πιο δύσκολο χωρίς αυτή να ζήσεις.
Ακόμα κι από έρωτα, τον πιο επικίνδυνο, τον ανολοκλήρωτο, δεν πρόκειται να χαθείς.
Αλυσίδα που δεν έκλεισε με κρίκους χαλαρούς.
Έρωτας που δεν πρόλαβε στη φθορά του χρόνου να ξεφτίσει. Γι’αυτό και παραμένει ιδανικός.
Έρωτας που βγάζει αυθάδικα τη γλώσσα σ’όλους τους έκπτωτους έρωτες της ζωής μας.
Ποιος ; Αυτός που δεν πρόλαβε καν να ζήσει.
Αυτός που σκοτώσαμε πριν καν γεννηθεί
Αυτός που τρέφεται από την αμφιβολία της αιώνιας πιθανότητας.

What might have been is an abstraction Remaining a perpetual possibility….<
Της αιώνιας πιθανότητας όλων εκείνων που απλά φανταστήκαμε, όλων εκείνων που ποθήσαμε, όλων εκείνων που δεν ζήσαμε.
Της φωτιάς σ’ έτοιμο από το πρωί τζάκι που όταν έπεσε το σκοτάδι δεν ανάψαμε,
λες κι έλειψε ξαφνικά της αγάπης μας το προσάναμμα. Βόλτες πολύ νωρίς το πρωί ή αργά το σούρουπο, εκεί λίγο πριν νυχτώσει, δίπλα στη θάλασσα με τα πόδια γυμνά πάνω στην υγρή άμμο.

Ούτε κι αυτό !

Κάποια Κυριακή στο Μοναστηράκι, ανασκαφή για δίσκους παλιούς, γέλια, ματιές κι ύστερα καφεδάκι διπλό ελληνικό σε φλιτζάνι άσπρο χοντρό σερβιρισμένο.

Ούτε κι αυτό !

Με τα πρώτα κρύα, πουλόβερ χοντρό, ήλιος με δόντια, μα ατμόσφαιρα καθαρή κι ουρανός ανέφελος.

Ουζάκι στην Πειραϊκή, χταποδάκι στα κάρβουνα.

Ούτε κι αυτό !

Σπίτι με τοίχους πέτρινους δίπλα στην ακροθαλασσιά, όταν ο ήλιος έξω όλα τα πυρώνει… Πατζούρια καφασωτά, κουρτίνες μισόκλειστες. Μια δέσμη μόνο φωτός. Σε λευκά σεντόνια με άρωμα λεβάντας, ξανθά μαλλιά, γυμνή εσύ.

Ποτέ αυτό !

What might have been is an abstraction
Remaining a perpetual possibility
Only in a world of speculation
What might have been and what has been
Point to one end, which is always present.
Footfalls echo in the memory
Down to the passage which we did not take
Towards the door we never opened.


Και τώρα τι ; Ένα γεια σου τυπικό στο στόμα που κάποτε έλειωνε το σ’ αγαπώ.

Μένει αυτό !

“ Στην ακίνητη δεξαμενή βρίσκοντας έναν κύκνο νεκρό μέσα στα κάτασπρα φτερά του ”

Βραδιάζει

Σκιές αμβλύνουν τα συναισθήματα

Σε είδωλα αλλοτινά, κόσμων απόκρυφων και μυστικών, εκεί σε έψαξα :
Στην αρχαία Βαβυλώνα κι αργότερα με βενετσιάνικη αρματωσιά, μου φάνηκε πως στις Αυγούστας την αυλή φευγαλέα, για λίγο μοναχά, σε είδα ;
Μα και πάλι ποιος μπορεί με σιγουριά για όλα αυτά να μου μιλήσει ;

Νυχτώνει

Στη Μάνη και στις Πρέσπες,

Στα μοναστήρια του Άθως και στις Μάνης τις ξερολιθιές, εκεί όπου μόλις πριν, μια σαύρα λιάζονταν, βαρύ πέφτει τώρα το σκοτάδι
.
Σκοτεινιάζει

Σε λίγες μέρες ο ήλιος εισέρχεται εις τον Κριόν.
Αρχή του θέρους….
Μα τα όνειρα δεν πεθαίνουν. Οι δρόμοι μόνο χωρίζουν…
Αυτή λοιπόν η αιώνια πιθανότητα !

Footfalls echo in the memory Down the passage which we did not take Towards the door we never opened… Into our first world, shall we follow The deception of the thrust? Into our first world.

Η αιώνια πιθανότητα, ιδίως μετά από μια τυχαία συνάντηση, μετά από ένα αμήχανο γειά σου τυπικό, στο στόμα που κάποτε έλειωνε το σ’αγαπώ…

Garlic and sapphires in the mud appeasing long forgotten wars The dance along the artery The circulation of the lymph Are figured in the drift of stars...

Στον θαυμαστό κόσμο των γυναικών,
Ελλοχεύουν πόθοι, έχιδνες ερώτων και νάρκισσοι

Thursday, November 29, 2012

ΣΚΙΕΣ

Βραδιάζει

Σκιές αμβλύνουν τα συναισθήματα .
Σε είδωλα αλλοτινά , κόσμων απόκρυφων και μυστικών ,
εκεί σε έψαξα :

Στην αρχαία Βαβυλώνα κι αργότερα με βενετσιάνικη αρματωσιά ,
μου φάνηκε πως στις Αυγούστας την αυλή φευγαλέα ,
για λίγο μοναχά , σε είδα ;
Μα και πάλι ποιος μπορεί με σιγουριά για όλα αυτά να μου μιλήσει;

Νυχτώνει στην Μάνη και στις Πρέσπες ,
στα μοναστήρια του Άθως και στου Μυστρά τα κάστρα .
Στις Πύλου τις ξερολιθιές εκεί όπου μόλις πριν ,
μια σαύρα λιάζονταν , βαρύ τώρα πέφτει σκοτάδι .

Είναι τόσα πολλά που δεν θα προφτάσεις ποτέ να δεις
Την ευτυχία κανείς, ποτέ ,δεν μπορεί να σου την υποσχεθεί
μα είναι ακόμα πιο πικρό κι από της ήττας σου το δάκρυ ,
το δάκρυ εκείνο για μια μάχη που δεν δόθηκε ποτέ .

Σκοτεινιάζει .
Σε λίγες μέρες ο ήλιος εισέρχεται εις τον Κριόν .
Αρχή του Θέρους

ΙΜΕΡΟΣ



Τα μέρη όπου πήγαμε και τώρα πια έχουμε ξεχάσει.
Να ήταν Ανοιξη, Χειμώνας ;
Η μήπως κάποιο δειλινό του Σεπτέμβρη πάνω στις Σαντορίνης
τη πυρακτωμένη λάβα ;
Να ήταν φιλί ή και λυγμός,
όταν με φύλλα κισσού κι αγιόκλημα
τη παρθενιά σου σπονδή και δώρο πρόσφερες...


Να ήταν ήχος, γεύση
ή μήπως εκείνο το άρωμα του πόθου;
Κι όμως τίποτα πιά δεν έχει σημασία
όσο των ποδιών σου εκείνο το απόκρυφο ανάμεσα.
Στον θαυμαστό κόσμο των γυναικών ελλοχεύουν πόθοι, έχιδνες ερώτων και νάρκισσων


Μα λες όμως για μένα πια, τίποτα να μην έχει σημασία
όσο των γλουτών σου εκείνο το απόκρυφο, όσο και υγρό ανάμεσα.

Thursday, July 14, 2011

Μιά φορά που λες, ήταν δυό ζωές
Δυό ζωές με περιθώριο
Που ζούσαν στη παραμεθόριο.

Συναντήθηκαν κάποτε οι δυό μας οι ζωές
Και μπήκε το περιθώριο της μιάς, μέσα στο περιθώριο της άλλης
Με αίσθηση γλυκιάς ζάλης.

Δεν έζησαν όμως έτσι για πολύ
Μιαν άνοιξη μισή και λίγο από καλοκαίρι πέρασαν μαζί
Ητανε όμως μέρες μαγικές, να όπως λεν στα παραμύθια
Με φροντίδα, ζεστασιά, αγάπης προσμονή
Με χάδι, αγκαλιά φιλί.

Μα το Σεπτέμβρη λίγο πριν τη βροχή
Η μιά μας η ζωή
Κατάλαβε ότι ήταν πολύ αληθινή,
Για να ζει ζωή διπλή.
Στενεύανε τα όρια,δεν είχε άλλα περιθώρια.

Εφυγε από το σπίτι της, βγήκε έξω στο φως
Τώρα ελεύθερη πήρε το δρόμο χωρίς πίσω να κοιτάξει
Μη και τη γνώμη της αλλάξει.
Την αλήθεια της διεκδικούσε
Όσο κι αν αυτό την καρδιά της τη πονούσε...


Η άλλη η ζωή, πικραμένη και δειλή
που δεν θέλησε να χάσει τη βολή,
να μη μπορεί να καταλάβει τι συμβαίνει...
που πήγε αυτό που τόσο καρτερούσε,
σα χαμένη από τότε γυρνούσε
Εκλαίγε, φώναζε, παρακαλούσε
Ηταν βλέπεις αυτή, ζωή εγωιστική,
που την άλλη τη περήφανη αγαπούσε,
μα να την ακολουθήσει, δε μπορούσε.

Κι όμως κάποτε ακόμα κι εκείνη η δειλή κατάλαβε...
Ζωή στο περιθώριο,
Ζωή δεν είναι ...



Και κάπως έτσι,
Κάπου εδώ το παραμύθι μας τελειώνει
Όσο κι αν πληγώνει...

Μέσα από τη καρδιά μου λοιπόν, εμένα του παραμυθα
για σένα ζωή μου, όλου του κόσμου τα καλά
κι εύχομαι σ’εκείνη τη λέφτερη πιά
όχι άλλο περιθώριο
σε μιά ζωή που εκείνη μόνη να ορίζει το όριο
Εκει που την περιμένει αληθινή
Αγκαλιά, χάδι, φιλί ....

Thursday, December 4, 2008

Π Ο Ρ Ε Ι Α

Ανεμολάμνοντας σημαίνει κωπηλατώντας στους ανέμους πόσοι ωστόσο να το καταλαβαίνουν ;
Έχουν μια σπάνια ομορφιά οι συνειδητά άκοπες κινήσεις.
Άσκοπες , μα όχι στην τύχη αφημένες , από κάποια εσώτατη ανάγκη υποκινούμενες .
Μήπως μόνο από τους άλλους να ’ναι άσκοπες χαρακτηρισμένες ;

- Όταν δεν υπάρχει τίποτα πια να δώσεις και τούτο όχι γιατί έχεις
στερέψει !

Ανεμολάμνοντας , κωπηλατώντας στους ανέμους
σε ατμόσφαιρες καθαρές ,
γίνονται ιδέες και αισθήματα διάφανα ,
γεννιούνται αποφάσεις και συναισθήματα διάφορα .
Πρωινή δροσιά σε φύλλα κισσού ,
σε μερικές πολύτιμες σταγόνες σταλαγμένη .

- Ίσως γιατί δεν βρίσκεται κανένας τα δώρα της ύπαρξης σου
[ να δεχθεί.

Σε χρώματα και σε ρυθμούς τριζοβολάει η ζωή μας κι ανεβαίνει .
Σε μυρωδιές που δεν λησμονήθηκαν .

« Τώρα που η παλιά άνοιξη , έμεινε πολύ πίσω και μια καινούργια φουσκώνει μέσα στους χυμούς . Μα τώρα είναι ακόμα μακριά . Η πόλη είναι σκεπασμένη από χειμώνα . Οκνές τουλίπες από καπνούς και σύννεφα φυλλορροούνε πάνω στις στέγες . »







Ανεμολάμνοντας σημαίνει κωπηλατώντας
πάνω σ’ αυτές ακριβώς τις τουλίπες καπνών και σύννεφων
της δυσθυμίας τους.
Στην άχλη των ονείρων τους .
Και πως άραγε να γίνονταν αλλιώς ;

« Δεν ήταν ποτέ φρεσκοξυρισμένοι μα ούτε και ποτέ πολύ αξύριστοι. Το λεξιλόγιο τους ήταν μικρό και περιορισμένο σε τρεις μονάχα λέξεις : Καλημέρα – καλησπέρα – καληνύχτα . Καλή ( μέρα , εσπέρα , νύχτα ) κι ας ήταν κι η μέρα κι εσπέρα και η νύχτα κακή κι ανώφελη .Το φοβερότερο πάθος αυτών των ανθρώπων ήταν το κρύψιμο . »

Αγκομαχώντας σκαρφαλώνουμε στον χρόνο ,
χωρίς τίποτα από εκείνα που θελήσαμε
να έχουμε μαζί μας .

« Ζούσαν πίσω από την ζωή , σα να κουβαλούσαν στις ράχες τους την ταφόπετρα τους … »

Αγκομαχώντας σκαρφαλώνουμε στον χρόνο
με συμπλέγματα κι ενοχές μονάχα ,
με πλήθος ευκαιριών που τις λογίζουμε χαμένες . . .

« Ήταν το πρόσωπο τους σκεπασμένο από ολόκληρα διχτυωτά με ρυτίδες .Σχεδόν αφανισμένο απ’ αυτές σε σχήματα που ζωγραφίζουν τους ποταμούς με τα παρακλάδια τους ή σαν τις σκασιματιές της απότιστης γης .Τα μάτια τους επίμονα πρησμένα σαν να κοιμόνταν ή να κλαίγαν διαρκώς – πράγματα απίθανα και τα δυό – Μα και πάλι ποιος μπορούσε να είναι σίγουρος ; »




Ανεμολάμνοντας, κωπηλατώντας στους ανέμους
σ’ ατμόσφαιρες κι αγέρα καθαρό .
Ψάχνοντας κάτι .
Κάτι να διώξει όλη ετούτη την βαρύτητα .
Ίσως αυτό να ζήταγαν με τις φωνές τους .
Της φθίνουσας πορείας απαρχής το τέλος ,
συναπάντημα κι απαντοχή ,
η συνειδητοποίηση των χαμένων χρόνων .

Κι έγιναν με μιάς , ιδέες καθαρές κι αισθήματα κρυστάλλινα
Πρωινή δροσιά σε φύλλα πράσινα σταλαγμένη

Αγκομαχώντας σκαρφαλώνουμε τα έρημά μας χρόνια
χωρίς σταματημό , μ’ όλα εκείνα που μας έδωσαν
και τα ‘ άλλα που από τα λάθη μας μόνοι μας φορτωθήκαμε
στις πλάτες να βαραίνουν.

Καλύτερη είναι η σιωπή από το φάλτσο της φωνή τους.
Δεν είναι ο χρόνος , δεν είναι η ζωή
κάτι που πρέπει οπωσδήποτε να νικηθεί .

Της φθίνουσας πορείας απαρχή και τέλος ,
τώρα που η καινούργια άνοιξη μοιάζει στ’ αλήθεια να έρχεται .

Ζώντας μέσα στην Ζωή , μπροστά της .
Κουβαλώντας σε ράχες ευθυτενείς τις ελπίδες μας.
Βάζοντας στα πόδια μας φτερά και πάντοτε ανεβαίνοντας .
Προς τους ανέμους , πάντα προς τα ‘ κεί . . .

Labels