Showing posts with label poetry. Show all posts
Showing posts with label poetry. Show all posts

Wednesday, November 7, 2007

ΕΠΕΣΤΡΕΦΕ

Κι εμένα στην ίδια πάντοτε θέση ακίνητο
να με βρίσκουν
οι δείκτες του ρολογιού σου όταν συναντιούνται...

Μία - μία ξεφλουδίζουνε και πέφτουν
οι σελίδες από το μικρό,
του τοίχου σου ημερολόγιο...

Μα εσύ καιρό τώρα έχεις πάψει
τα σαχλά ποιηματάκια που από πίσω γράφουν , να διαβάζεις

Ζεις; Ανασαίνεις ;
Πνιγηρός αέρας , μουχλιασμένη στις γωνιές ταπετσαρία ...

"στην ακίνητη δεξαμενή βρίσκοντας έναν κύκνο νεκρό μέσα στα κατάλευκα φτερά του"

Tuesday, October 16, 2007

Ανεμολάμνοντας σημαίνει κωπηλατώντας στους ανέμους πόσοι ωστόσο να το καταλαβαίνουν ;
Έχουν μια σπάνια ομορφιά οι συνειδητά άκοπες κινήσεις.
Άσκοπες , μα όχι στην τύχη αφημένες , από κάποια εσώτατη ανάγκη υποκινούμενες .
Μήπως μόνο από τους άλλους να ’ναι άσκοπες χαρακτηρισμένες ;

- Όταν δεν υπάρχει τίποτα πια να δώσεις και τούτο όχι γιατί έχεις στερέψει !

Ανεμολάμνοντας , κωπηλατώντας στους ανέμους σε ατμόσφαιρες καθαρές ,
γίνονται οι ιδέες και τα αισθήματα διάφανα ,γεννιούνται αποφάσεις και συναισθήματα διάφορα .

Πρωινή δροσιά σε φύλλα κισσού ,σε μερικές πολύτιμες σταγόνες σταλαγμένη .

- Ίσως γιατί δεν βρίσκεται κανένας τα δώρα της ύπαρξης σου να δεχθεί.

Σε χρώματα και σε ρυθμούς τριζοβολάει η ζωή μας κι ανεβαίνει .
Σε μυρωδιές που δεν λησμονήθηκαν .

« Τώρα που η παλιά άνοιξη , έμεινε πολύ πίσω και μια καινούργια φουσκώνει μέσα στους χυμούς . Μα τώρα είναι ακόμα μακριά . Η πόλη είναι σκεπασμένη από χειμώνα . Οκνές τουλίπες από καπνούς και σύννεφα φυλλορροούνε πάνω στις στέγες . »

Ανεμολάμνοντας σημαίνει κωπηλατώντας πάνω σ’ αυτές ακριβώς τις τουλίπες καπνών και σύννεφων της δυσθυμίας τους. Στην άχλη των ονείρων τους .
Και πως άραγε να γίνονταν αλλιώς ;

« Δεν ήταν ποτέ φρεσκοξυρισμένοι μα ούτε και ποτέ πολύ αξύριστοι. Το λεξιλόγιο τους ήταν μικρό και περιορισμένο σε τρεις μονάχα λέξεις : Καλημέρα – καλησπέρα – καληνύχτα . Καλή ( μέρα , εσπέρα , νύχτα ) κι ας ήταν κι η μέρα κι εσπέρα και η νύχτα κακή κι ανώφελη .Το φοβερότερο πάθος αυτών των ανθρώπων ήταν το κρύψιμο . »

Αγκομαχώντας σκαρφαλώνουμε στον χρόνο ,χωρίς τίποτα από εκείνα που θελήσαμε να έχουμε μαζί μας .

« Ζούσαν πίσω από την ζωή , σα να κουβαλούσαν στις ράχες τους την ταφόπετρα τους … »

Αγκομαχώντας σκαρφαλώνουμε στον χρόνο με συμπλέγματα κι ενοχές μονάχα ,
με πλήθος ευκαιριών που τις λογίζουμε χαμένες . . .

« Ήταν το πρόσωπο τους σκεπασμένο από ολόκληρα διχτυωτά με ρυτίδες .Σχεδόν αφανισμένο απ’ αυτές σε σχήματα που ζωγραφίζουν τους ποταμούς με τα παρακλάδια τους ή σαν τις σκασιματιές της απότιστης γης .Τα μάτια τους επίμονα πρησμένα σαν να κοιμόνταν ή να κλαίγαν διαρκώς – πράγματα απίθανα και τα δυό – Μα και πάλι ποιος μπορούσε να είναι σίγουρος ; »

Ανεμολάμνοντας, κωπηλατώντας στους ανέμους σ’ ατμόσφαιρες κι αγέρα καθαρό .
Ψάχνοντας κάτι . Κάτι να διώξει όλη ετούτη την βαρύτητα .
Ίσως αυτό να ζήταγαν με τις φωνές τους .

Της φθίνουσας πορείας απαρχής το τέλος, συναπάντημα κι απαντοχή ,
η συνειδητοποίηση των χαμένων χρόνων .

Κι έγιναν με μιάς , ιδέες καθαρές κι αισθήματα κρυστάλλινα.
Πρωινή δροσιά σε φύλλα πράσινα σταλαγμένη.

Αγκομαχώντας σκαρφαλώνουμε τα έρημά μας χρόνια χωρίς σταματημό , μ’ όλα εκείνα που μας έδωσαν και τα ‘ άλλα που από τα λάθη μας μόνοι μας φορτωθήκαμε στις πλάτες να βαραίνουν.

Καλύτερη είναι η σιωπή από το φάλτσο της φωνή τους.

Δεν είναι ο χρόνος , δεν είναι η ζωήκάτι που πρέπει οπωσδήποτε να νικηθεί .
Της φθίνουσας πορείας απαρχή και τέλος ,τώρα που η καινούργια άνοιξη μοιάζει στ’ αλήθεια να έρχεται .

Ζώντας μέσα στην Ζωή , μπροστά της .

Κουβαλώντας σε ράχες ευθυτενείς τις ελπίδες μας. Βάζοντας στα πόδια μας φτερά και πάντοτε ανεβαίνοντας .Προς τους ανέμους , πάντα προς τα ‘ κεί .


Monday, April 23, 2007

Ο ΠΡΑΣΙΝΟΣ ΚΗΠΟΣ

'Eχω τρεις κόσμους. Μια θάλασσα, έναν
ουρανό κι έναν πράσινο κήπο: τα μάτια σου.
Θα μπορούσα αν τους διάβαινα και τους τρεις, να σας έλεγα
πού φτάνει ο καθένας τους. Η θάλασσα, ξέρω.
Ο ουρανός, υποψιάζομαι. Για τον πράσινο κήπο μου,
μη με ρωτήσετε.


ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ

Friday, March 16, 2007

Π Ο Ρ Ε Ι Α

Ανεμολάμνοντας σημαίνει κωπηλατώντας στους ανέμους πόσοι ωστόσο να το καταλαβαίνουν ;
Έχουν μια σπάνια ομορφιά οι συνειδητά άκοπες κινήσεις.
Άσκοπες , μα όχι στην τύχη αφημένες , από κάποια εσώτατη ανάγκη υποκινούμενες .
Μήπως μόνο από τους άλλους να ’ναι άσκοπες χαρακτηρισμένες ;

- Όταν δεν υπάρχει τίποτα πια να δώσεις και τούτο όχι γιατί έχεις
στερέψει !

Ανεμολάμνοντας , κωπηλατώντας στους ανέμους
σε ατμόσφαιρες καθαρές ,
γίνονται ιδέες και αισθήματα διάφανα ,
γεννιούνται αποφάσεις και συναισθήματα διάφορα .
Πρωινή δροσιά σε φύλλα κισσού ,
σε μερικές πολύτιμες σταγόνες σταλαγμένη .

- Ίσως γιατί δεν βρίσκεται κανένας τα δώρα της ύπαρξης σου
[ να δεχθεί.

Σε χρώματα και σε ρυθμούς τριζοβολάει η ζωή μας κι ανεβαίνει .
Σε μυρωδιές που δεν λησμονήθηκαν .

« Τώρα που η παλιά άνοιξη , έμεινε πολύ πίσω και μια καινούργια φουσκώνει μέσα στους χυμούς . Μα τώρα είναι ακόμα μακριά . Η πόλη είναι σκεπασμένη από χειμώνα . Οκνές τουλίπες από καπνούς και σύννεφα φυλλορροούνε πάνω στις στέγες . »

Ανεμολάμνοντας σημαίνει κωπηλατώντας
πάνω σ’ αυτές ακριβώς τις τουλίπες καπνών και σύννεφων
της δυσθυμίας τους.
Στην άχλη των ονείρων τους .
Και πως άραγε να γίνονταν αλλιώς ;

« Δεν ήταν ποτέ φρεσκοξυρισμένοι μα ούτε και ποτέ πολύ αξύριστοι. Το λεξιλόγιο τους ήταν μικρό και περιορισμένο σε τρεις μονάχα λέξεις : Καλημέρα – καλησπέρα – καληνύχτα . Καλή ( μέρα , εσπέρα , νύχτα ) κι ας ήταν κι η μέρα κι εσπέρα και η νύχτα κακή κι ανώφελη .Το φοβερότερο πάθος αυτών των ανθρώπων ήταν το κρύψιμο . »

Αγκομαχώντας σκαρφαλώνουμε στον χρόνο ,
χωρίς τίποτα από εκείνα που θελήσαμε
να έχουμε μαζί μας .
« Ζούσαν πίσω από την ζωή , σα να κουβαλούσαν στις ράχες τους την ταφόπετρα τους … »

Αγκομαχώντας σκαρφαλώνουμε στον χρόνο
με συμπλέγματα κι ενοχές μονάχα ,
με πλήθος ευκαιριών που τις λογίζουμε χαμένες . . .

« Ήταν το πρόσωπο τους σκεπασμένο από ολόκληρα διχτυωτά με ρυτίδες .Σχεδόν αφανισμένο απ’ αυτές σε σχήματα που ζωγραφίζουν τους ποταμούς με τα παρακλάδια τους ή σαν τις σκασιματιές της απότιστης γης .Τα μάτια τους επίμονα πρησμένα σαν να κοιμόνταν ή να κλαίγαν διαρκώς – πράγματα απίθανα και τα δυό – Μα και πάλι ποιος μπορούσε να είναι σίγουρος ; »
Ανεμολάμνοντας, κωπηλατώντας στους ανέμους
σ’ ατμόσφαιρες κι αγέρα καθαρό .
Ψάχνοντας κάτι .
Κάτι να διώξει όλη ετούτη την βαρύτητα .
Ίσως αυτό να ζήταγαν με τις φωνές τους .
Της φθίνουσας πορείας απαρχής το τέλος ,
συναπάντημα κι απαντοχή ,
η συνειδητοποίηση των χαμένων χρόνων .

Κι έγιναν με μιάς , ιδέες καθαρές κι αισθήματα κρυστάλλινα
Πρωινή δροσιά σε φύλλα πράσινα σταλαγμένη

Αγκομαχώντας σκαρφαλώνουμε τα έρημά μας χρόνια
χωρίς σταματημό , μ’ όλα εκείνα που μας έδωσαν
και τα ‘ άλλα που από τα λάθη μας μόνοι μας φορτωθήκαμε
στις πλάτες να βαραίνουν.

Καλύτερη είναι η σιωπή από το φάλτσο της φωνή τους.
Δεν είναι ο χρόνος , δεν είναι η ζωή
κάτι που πρέπει οπωσδήποτε να νικηθεί .

Της φθίνουσας πορείας απαρχή και τέλος ,
τώρα που η καινούργια άνοιξη μοιάζει στ’ αλήθεια να έρχεται .

Ζώντας μέσα στην Ζωή , μπροστά της .
Κουβαλώντας σε ράχες ευθυτενείς τις ελπίδες μας.
Βάζοντας στα πόδια μας φτερά και πάντοτε ανεβαίνοντας .
Προς τους ανέμους , πάντα προς τα ‘ κεί . . .

Σ Κ Ι Ε Σ

Βραδιάζει

Σκιές αμβλύνουν τα συναισθήματα .
Σε είδωλα αλλοτινά , κόσμων απόκρυφων και μυστικών ,
εκεί σε έψαξα :
Στην αρχαία Βαβυλώνα κι αργότερα με βενετσιάνικη αρματωσιά ,
μου φάνηκε πως στις Αυγούστας την αυλή φευγαλέα ,
για λίγο μοναχά , σε είδα ;
Μα και πάλι ποιος μπορεί με σιγουριά για όλα αυτά να μου μιλήσει;

Νυχτώνει στην Μάνη και στις Πρέσπες ,
στα μοναστήρια του Άθως και στου Μυστρά τα κάστρα .
Στις Πύλου τις ξερολιθιές εκεί όπου μόλις πριν ,
μια σαύρα λιάζονταν , βαρύ τώρα πέφτει σκοτάδι .

Είναι τόσα πολλά που δεν θα προφτάσεις ποτέ να δεις
Την ευτυχία κανείς, ποτέ ,δεν μπορεί να σου την υποσχεθεί
μα είναι ακόμα πιο πικρό κι από της ήττας σου το δάκρυ ,
το δάκρυ εκείνο για μια μάχη που δεν δόθηκε ποτέ .

Σκοτεινιάζει .
Σε λίγες μέρες ο ήλιος εισέρχεται εις τον Κριόν .
Αρχή του Θέρους


Powered By Blogger

Labels